αμαύρωση

[амавроси] ουσ. Θ. потускнение, (μεταφ.) очернение, поношение,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αμαύρωση" в других словарях:

  • αμαύρωση — η 1. χάσιμο ή ελάττωση της λάμψης: Τη λάμψη του μετάλλου τη διαδεχόταν σιγά σιγά η αμαύρωση. 2. απώλεια ή μείωση της όρασης: Ο γιατρός τού είπε πως έπασχε από αμαύρωση. 3. αρρώστια των φύλλων του κλήματος: Εκείνη τη χρονιά είχε πέσει στα αμπέλια… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμαύρωση — η (Α ἀμαύρωσις) δυσφήμηση, κηλίδωση, σπίλωση της τιμής ή τής υπόληψης κάποιου αρχ. 1. επισκότιση 2. αμβλύτητα τού νου, βαθμιαία εξασθένιση τών διανοητικών λειτουργιών (όπως εμφανίζεται στη γεροντική ηλικία) το ξεμώραμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμαυρῶ βλ.… …   Dictionary of Greek

  • ἀμαυρώσῃ — ἀμαυρώσηι , ἀμαύρωσις darkening fem dat sg (epic) ἀμαυρόω make dim aor subj mid 2nd sg ἀμαυρόω make dim aor subj act 3rd sg ἀμαυρόω make dim fut ind mid 2nd sg ἀ̱μαυρώσῃ , ἀμαυρόω make dim futperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀ̱μαυρώσῃ , ἀμαυρόω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμαυρωτικός — ή, ό (Α ἀμαυρωτικός, ή, όν) νεοελλ. αυτός που πάσχει από αμαύρωση τών οφθαλμών ή είναι επιρρεπής σ αυτή αρχ. αυτός που μπορεί να προκαλέσει αμαύρωση*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμαυρῶ + παραγ. κατάλ. τικός η λ. πέρασε στην ξεν. επιστημονική ορολογία, πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • ακτινοβολία — (αγγλ. radiation). Γενικός όρος με τον οποίο στη φυσική υποδηλώνονται τα φαινόμενα εκπομπής, διάδοσης και απορρόφησης ενέργειας από μέρους σωμάτων, με τη μορφή είτε κυμάτων (α. ηχητική, α. ηλεκτρομαγνητική) είτε σωματιδίων. Οι α. μπορούν να… …   Dictionary of Greek

  • αμαυρώνω — (Α ἀμαυρῶ όω) αφαιρώ τη λάμψη, την αίγλη, τη δόξα, κηλιδώνω, σπιλώνω αρχ. 1. κάνω κάτι σκοτεινό, αμυδρό, ασαφές 2. εξασθενίζω, αμβλύνω, ελαττώνω, μειώνω, εξαλείφω 3. καταστρέφω, εξαφανίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < επιθ. ἀμαυρός. ΠΑΡ. αμαύρωμα, αμαύρωση,… …   Dictionary of Greek

  • αμύδρωσις — ἀμύδρωσις, έως, η (Α) [ἀμυδρῶ] εξασθένηση, αμαύρωση …   Dictionary of Greek

  • δοσιμετρία — Ποσοτικός προσδιορισμός φυσικών μεγεθών με τη μέτρηση των αποτελεσμάτων που προκαλούν τα μεγέθη αυτά. Παλαιότερα η χρήση του όρου δ. ισοδυναμούσε με τον προσδιορισμό των δόσεων. Έτσι γινόταν λόγος για δ. στην περίπτωση του προσδιορισμού της… …   Dictionary of Greek

  • κελλοϊδίνη — η (φωτογρ.) χαρτί κατάλληλο για λήψη φωτογραφιών με άμεση αμαύρωση, που το επιφανειακό στρώμα του με βάση το κολλόδιο περιέχει τα κατάλληλα άλατα αργύρου. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. celloidin < cell (o) (< cellulose …   Dictionary of Greek

  • κινηματογράφος — Μέσο έκφρασης και παρουσίασης, το οποίο χρησιμοποιεί την τεχνική της αποτύπωσης ακίνητων εικόνων σε φιλμ και της προβολής τους σε οθόνη, μέσω τεχνικών διαδικασιών, οι οποίες δημιουργούν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Τα κύριαφαινόμενα που συντελούν …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.